προσδιατρίβω

Α
1. συναναστρέφομαι με κάποιον («ἑαυτοὺς αἰτιάσονται οἱ προσδιατρίβοντές σοι τῆς αὑτῶν ταραχῆς καὶ ἀπορίας», Πλάτ.)
2. ασχολούμαι, καταγίνομαι με κάτι
3. διαμένω, παραμένω κοντά («πυρὸς ὄγκῳ προσδιατρίβοντος», Πλούτ.)
4. μένω περισσότερο χρόνο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < προσ-* + διατρίβω «συναναστρέφομαι, ενασχολούμαι, καταγίνομαι»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • προσδιατριβή — ἡ, Α [προσδιατρίβω] η διαμονή για περισσότερο χρόνο …   Dictionary of Greek

  • τρίβω — ΝΜΑ 1. σύρω επανειλημμένως ένα σώμα πάνω σε άλλο συμπιέζοντάς το στο σημείο επαφής τους ή ξύνω κάτι μετακινώντας με πίεση άλλο σώμα πάνω σε αυτό (α. «τρίψε καλά τα μάρμαρα» β. «τρίβω το ξύλο με το γυαλόχαρτο» γ. «τρίβω τα μαχαιροπήρουνα» δ. «τὸν… …   Dictionary of Greek

  • ՄՇՏՆՋԵՆԱՒՈՐԱՆԱՄ — (ացայ.) NBH 2 0291 Chronological Sequence: Early classical, 6c, 13c չ. ՄՇՏՆՋԵՆԱՒՈՐԱՆԱՄ ՄՇՏՆՋԵՆԱՒՈՐԵՄ եցի. ն. եւ չ. ՄՇՏՆՋԵՆԱՒՈՐԻՄ. καθεστήκω, παραμένω, προσανακεῖμαι, προσδιατρίβω, σχολάζω consto, permaneo, persevero, commoror, vaco. Մշտնջենանալ.… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • ՄՇՏՆՋԵՆԱՒՈՐԻՄ — (եցայ.) NBH 2 0291 Chronological Sequence: Early classical, 6c, 13c կ.եւ ձ. ՄՇՏՆՋԵՆԱՒՈՐԱՆԱՄ ՄՇՏՆՋԵՆԱՒՈՐԵՄ եցի. ն. եւ չ. ՄՇՏՆՋԵՆԱՒՈՐԻՄ. καθεστήκω, παραμένω, προσανακεῖμαι, προσδιατρίβω, σχολάζω consto, permaneo, persevero, commoror, vaco.… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.